Η μεταγραφή ενός κειμένου εκ της καθαρευούσης στην δημοτική δεν αποτελεί και τόσο συνήθη τεχνική στην ελληνική πεζογραφία. Ίσως από τους πρώτους που πειραματίσθηκαν πάνω σ’ αυτό να είνε ο Μιχαήλ Μητσάκης όταν “από της αρχαιοπρεπούς εκείνης «Θλίψεως του Μαρμάρου» παρήχθη απροσδοκήτως το λαϊκόν αυτό «Παράπονο τον Μαρμάρου»”. Επεξηγώντας ο Μητσάκης το γιατί επεχείρησε “την μικράν αυτήν μετάφρασιν” και “ποία τάχα να είνε η ωφέλεια εκ τούτου” μεταξύ άλλων αναφέρει: “ότι αν τυχόν ανάλογοι τινές δοκιμαί και άλλαι συνέβαινε βαθμη8όν να γίνουν, παρουσιάζοντο δε συγγραφείς παρέχοντες απτά δείγματα, ότι επίσης ευπρεπώς θα ηδύναντο να χειρισθούν, και μάλιστα εις δημιουργικά έργα, και τα δύο υπάρχοντα ιδιώματα, η γνώμη των ανδρών τούτων περί του ποία πρέπει να είνε η φιλολογική γλώσσα ήτις δέον να επικρατήση εν Ελλάδι θα ήτο πιθανώς ή μάλλον σεβαστή και αξία να ακουσθή διότι ούτοι δεν θα έτρεχαν βέβαια τον κίνδυνο να χαρακτηρισθούν ως εξ αδυναμίας και αγνοίας του ενός εξ αυτών προτιμώντες το άλλο ή επί οιουδήποτε τινός παρομοίου λόγου ή συμφέροντος βασίζοντες την προτίμησίν των αλλ’ εξ ειλικρινούς και λελογισμένης μελέτης και πείρας του πράγματος οδηγούμενοι, μόνοι αυτοί αληθώς κατάλληλοι να λαλούν και να κρίνουν περί αυτού”. Περί της διορατικότητας του Μητσάκη δεν θα εκταθούμε άλλο, ωστόσο, κατά τρόπον ανάλογον, το γεγονός και μόνον ότι ο ίδιος ο Παλαμάς μεταγράφει αυτούσιο στη δημοτική το κείμενο του ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΥ και το ενσωματώνει στο βιβλίο “Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου” (1940), προσυπογράφοντας συγχρόνως την ταυτοποίησή του, μάς παρέχει αφ’ ενός την κρίση, την στάση και την συμβολή του ποιητή ως προς το ζήτημα της εθνικής μας διγλωσσίας και αφ’ ετέρου αυτό το παλαμικόν μέτρον σύγκρισης των δύο εν χρήσει ιδιωμάτων καθεαυτό εκπορευόμενον από το πρώιμο χρονογραφικόν του έργον.






